Πώς ξεχωρίζουμε το κρούσμα γρίπης - Εμβολιασμός για αποτελεσματικότερη πρόληψη

Η γρίπη είναι μια μεταδοτική νόσος του αναπνευστικού συστήματος προκαλούμενη από τον ιό της γρίπης. Μπορεί να προκαλέσει ήπια έως σοβαρή νόσο και κάποιες φορές να οδηγήσει ακόμα και στο θάνατο.
Η δραστηριότητα της εποχικής γρίπης αρχίζει να αυξάνεται κατά τον Ιανουάριο
AP
3'

Μεταδίδεται πολύ εύκολα από το ένα άτομο στο άλλο. Οι περισσότεροι υγιείς άνθρωποι ξεπερνούν τη γρίπη χωρίς να παρουσιάσουν επιπλοκές, ορισμένοι όμως, όπως άτομα που ανήκουν σε ομάδες υψηλού κινδύνου, διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο για σοβαρές επιπλοκές από τη γρίπη. Οι ηλικιωμένοι, τα μικρά παιδιά και άτομα που πάσχουν από ορισμένα χρόνια νοσήματα είναι αυτοί που κινδυνεύουν περισσότερο από σοβαρές επιπλοκές της γρίπης.

Ένα κρούσμα γρίπης, σύμφωνα με τον ΕΟΔΥ, μπορεί να έχει την κλινική μορφή της γριπώδους συνδρομής, με αιφνίδια έναρξη συμπτωμάτων και τουλάχιστον ένα από τα εξής συστηματικά συμπτώματα: πυρετός, κακουχία, κεφαλαλγία, μυαλγία, σε συνδυασμό με τουλάχιστον ένα από τα τρία ακόλουθα συμπτώματα από το αναπνευστικό: βήχα, φαρυγγαλγία, αναπνευστική δυσχέρεια.

Η γρίπη μπορεί να προκαλέσει, επίσης, οξεία λοίμωξη του αναπνευστικού. Τα χαρακτηριστικά της είναι η αιφνίδια έναρξη συμπτωμάτων και τουλάχιστον ένα από τα ακόλουθα τέσσερα συμπτώματα από το αναπνευστικό: βήχας, φαρυγγαλγία, αναπνευστική δυσχέρεια, καταρροή. Χρειάζεται δε εκτίμηση κλινικού ιατρού ότι πρόκειται για λοίμωξη του αναπνευστικού.

Όπως σημειώνει το υπουργείο Υγείας, με την έναρξη του επιδημικού κύματος παρατηρείται αποδιοργάνωση της επαγγελματικής και της κοινωνικής ζωής, υπέρμετρη αύξηση της κατανάλωσης φαρμάκων και όχι σπάνια, αύξηση της θνησιμότητας.

Σημαντικά μέτρα περιορισμού της εξάπλωσης της γρίπης είναι η συστηματική εφαρμογή μέτρων ατομικής υγιεινής (π.χ. συχνό πλύσιμο χεριών), η απομόνωση των πασχόντων και η αποφυγή συγχρωτισμού σε κλειστούς χώρους. Ωστόσο, τα μέτρα αυτά έχουν μερική απόδοση και –παρότι σημαντικά– δεν επαρκούν.

Ο αποτελεσματικότερος τρόπος πρόληψης είναι ο εμβολιασμός με το αντιγριπικό εμβόλιο, το οποίο, όταν χορηγηθεί σωστά και έγκαιρα, προφυλάσσει από τη μετάδοση του ιού της γρίπης, συμβάλλει στην προστασία από τις σοβαρές επιπλοκές της γρίπης και κατά επέκταση στη μείωση απουσιών από την εργασία, το σχολείο και κάθε άλλη κοινωνική εκδήλωση.

Οι ομάδες εκείνες του πληθυσμού που βρίσκονται σε αυξημένο κίνδυνο για επιπλοκές είναι οι ηλικιωμένοι, τα πολύ μικρά παιδιά, οι έγκυες, καθώς και άτομα οποιασδήποτε ηλικίας με χρόνια νοσήματα. Η δραστηριότητα της εποχικής γρίπης αρχίζει να αυξάνεται κατά τον Ιανουάριο, ενώ συνήθως κορυφώνεται κατά τους μήνες Φεβρουάριο – Μάρτιο. Επομένως, ο αντιγριπικός εμβολιασμός είναι απαραίτητος ακόμα και σήμερα.

Για την επίτευξη ανοσολογικής απάντησης απαιτούνται περίπου 2 εβδομάδες. Ο εμβολιασμός συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια της εποχικής γρίπης για άτομα που δεν πρόλαβαν να εμβολιαστούν εγκαίρως.

Ο αντιγριπικός εμβολιασμός γενικά περιλαμβάνει 1 μόνο δόση του εμβολίου ετησίως. Για τα βρέφη και τα παιδιά ηλικίας κάτω των 9 ετών που εμβολιάζονται για πρώτη φορά, ή εκείνα κάτω των 9 ετών που στο παρελθόν είχαν λάβει μόνο 1 δόση εμβολίου γρίπης χρειάζονται 2 δόσεις αντιγριπικού εμβολίου με μεσοδιάστημα τουλάχιστον 28 ημερών. Σε βρέφη ηλικίας 6 μηνών και κάτω, χορηγείται 0,5 ml (ολόκληρη η δόση), σύμφωνα με τις οδηγίες από επίσημους ευρωπαϊκούς ή άλλους φορείς φαρμάκων (FDA, ΕΜΑ κ.α.).

Επισημαίνεται ότι, μέσω των συστημάτων φαρμακοεπαγρύπνησης που λειτουργούν διεθνώς δεν έχουν καταγραφεί σοβαρές συστηματικές παρενέργειες του αντιγριπικού εμβολίου.

Σχετικές ειδήσεις